0

Όλους εκείνους τους οικονομικούς – κοινωνικούς δείκτες που χτίζουν «τείχος προστασίας στην ελληνική οικονομία», υπογράμμισε ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, σε συνέντευξή του στο ραδιοφωνικό σταθμό Real FM. Θέτοντας, παραλλήλως, και το, κατ’ αυτόν, δίλημμα της προσεχούς εκλογικής αναμέτρησης: εάν η χώρα θα προχωρήσει μπροστά ή αν θα γυρίσει πίσω, εάν πήγε καλύτερα τα τελευταία τρία χρόνια ή την περίοδο 2015 -19. Ενώ άσκησε διπλή κριτική προς στον ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, αφενός για το πρόγραμμα που παρουσίασε – το πρόγραμμα του κ. Τσίπρα στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης «είναι άλλο ένα πρόγραμμα Θεσσαλονίκης επί πέντε τη φορά αυτή», δήλωσε χαρακτηριστικά – αφετέρου γιατί εκθέτει διεθνώς τη χώρα για τα ανύπαρκτα, όπως σημείωσε, ζητήματα περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κάτι που χαρακτήρισε «ανεύθυνο και αντιπατριωτικό».

Στα οικονομικά εν πρώτοις, ο υπουργός Επικρατείας ξεκίνησε από τη σημερινή κατάθεση του προσχεδίου του προϋπολογισμού «μέσα σε συνθήκες διεθνούς αβεβαιότητας», όπως επεσήμανε. Παρά ταύτα, συνέχισε, «η Ελλάδα καταθέτει έναν προϋπολογισμό που προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ και το 2023. Ενώ η υπόλοιπη ευρωπαϊκή οικονομία κινείται σε μηδενικούς ρυθμούς ή και ύφεσης».

Και, αμέσως μετά, «χάρη στην ασκούμενη οικονομική πολιτική τα τελευταία τρία χρόνια έχουμε χτίσει ισχυρές αντιστάσεις στην οικονομία. Όλοι αντιλαμβανόμαστε πόσο μεγάλες είναι οι πιέσεις στο εισόδημα όλων μας, και στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Είναι μεγάλες οι αυξήσεις στο σούπερ μάρκετ, τα καύσιμα, τη θέρμανση, ωστόσο επειδή έχουμε μια οικονομία, την ελληνική οικονομία, που αναπτύσσεται με διπλάσιους ρυθμούς από την ευρωπαϊκή οικονομία, έχουμε:

Την ταχύτερη, σε όλη την Ευρώπη, πτώση δημοσίου χρέους, την ταχύτερη μείωση της ανεργίας, πολλές και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Επίσης, έχουμε αυξήσει τον κατώτατο μισθό δύο φορές, έχουμε μειώσει πολλούς φόρους που έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος -όλα αυτά συντείνουν στο να υπάρχει τείχος προστασίας στην ελληνική οικονομία», επεσήμανε ο Ά. Σκέρτσος.

Η «διαρκής μέριμνα» της κυβέρνησης είναι «να δημιουργούμε πλαίσιο ασφάλειας για όλους τους Έλληνες και Ελληνίδες, για όλα τα νοικοκυριά κάθε εισοδήματος. Χάρη στο μηχανισμό ανάκτησης υπερεσόδων από την αγορά ενέργειας και τη στήριξη που μας δίνει η πρόσθετη ανάπτυξη, έχουμε το μεγαλύτερο πακέτο ενεργειακής κρίσης στην Ευρώπη ως ποσοστό του ΑΕΠ», ανέφερε επίσης παραπέμποντας και στις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, εκεί όπου εξήγγειλε πρόσθετο, «το τρίτο πακέτο στήριξης προς τις πιο ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού. Επιπλέον, έχουμε νέα πακέτα φοροελαφρύνσεων, μόνιμη κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης για όλους, δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, και συνταξιούχους. Πρώτη φορά αύξηση στα εισοδήματα των συνταξιούχων, αύξηση κατώτατου μισθού -όλα αυτά συντείνουν στο να απορροφούν αυτές τις, όντως υπέρογκες, αυξήσεις, που είναι εξωγενείς, δεν προέρχονται δηλαδή από την ελληνική οικονομία, αλλά την ενεργειακή κρίση».

Έχει καθυστερήσει η Ευρώπη

Όσον αφορά το ενεργειακό «μέτωπο» ειδικότερα, «η κυβέρνηση έχει αναλάβει πρωτοβουλίες που ανοίγουν δρόμους σε ενεργειακό επίπεδο, έχει καθυστερήσει, δυστυχώς, η Ευρώπη», είναι η άποψή του προσθέτοντας ότι «θα θέλαμε να δούμε την ίδια ταχύτητα και αποφασιστικότητα που η Ευρωπαϊκή Ένωση έδειξε στην πανδημία, και σε αυτή τη μεγάλη κρίση. Δεν την έχουμε δει ως τώρα», συμπέρανε δε.

Αναφέρθηκε όμως και σε άλλες ασπίδες προστασίας της ελληνικής οικονομίας: από το Ταμείο Ανάκαμψης, ύψους 31,5 δισ. ως το τέλος του έτους «θα έχουμε απορροφήσει περίπου 11,1 δισ., μια πολύ σημαντική βοήθεια που θωρακίζει περαιτέρω την οικονομία και τη ρευστότητα στην αγορά. Μαζί με το ΕΣΠΑ και το Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης προβλέπεται ότι τα επόμενα χρόνια θα πέσουν περίπου 80 δισ. δημόσιων επενδύσεων στην οικονομία. Η Ελλάδα έχει μια μεγάλη ευκαιρία τη στιγμή αυτή ακόμη, σε πολύ δύσκολες συνθήκες διεθνούς αβεβαιότητας, να καλύψουμε το χαμένο έδαφος της περασμένης δεκαετίας».

Κατά τον ‘Α. Σκέρτσο, «η κυβέρνηση έχει κάνει μια κοινωνική συμφωνία με τους πολίτες. Εμείς θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να δημιουργήσουμε συνθήκες υψηλής ανάπτυξης και όποιο πρόσθετο μέρισμα ανάπτυξης έχουμε, αυτό θα επιστρέφει στην κοινωνία -και αυτό κάνουμε».

Στο ερώτημα γιατί η κυβέρνηση δεν μειώνει τον ΦΠΑ στα τρόφιμα και τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, εξήγησε ότι «με τα μέτρα που ανακοινώσαμε, έχουμε εξαντλήσει κάθε περιθώριο δημοσιονομικού πόρου». Ενώ κατηγόρησε την αντιπολίτευση για «δημοσιονομική ανευθυνότητα» στο θέμα των έμμεσων φόρων. Ισχυρισμό, τον οποίον στήριξε στο ότι, όπως είπε, «το πακέτο που παρουσίασε ο κ. Τσίπρας στην ΔΕΘ κοστίζει 25 δισ. ευρώ, όχι 5,5 δισ. Είναι άλλο ένα πρόγραμμα Θεσσαλονίκης επί πέντε τη φορά αυτή. Εμείς δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε σε αυτό το δρόμο», ξεκαθάρισε και συμπλήρωσε:

«Τα έσοδα από έμμεσους φόρους είναι κομμάτι εσόδων που στηρίζουν την παραγωγή και προσφορά δημόσιων αγαθών. Αν κόψουμε έμμεσους φόρους ή θα πρέπει να κόψουμε από αλλού ή θα πρέπει να αυξήσουμε άλλους φόρους. Εύκολα λέγονται κάποια πράγματα αλλά δύσκολα γίνονται στην πράξη».

Σχέσεις με Άγκυρα

Για τα ελληνοτουρκικά, ο υπουργός Επικρατείας τόνισε ότι «ο πρωθυπουργός ακολουθεί σταθερή πολιτική, όπου θέτουμε ξεκάθαρα, με συνέπεια, τις κόκκινες γραμμές μας. Λέμε δηλαδή τι συνιστά παραβίαση εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ως προς την τουρκική κλιμακούμενη επιθετικότητα. Ταυτόχρονα όμως δεν κλείνουμε τους διαύλους επικοινωνίας. Αυτό το οποίο κάνουμε και έχει φέρει αποτελέσματα, είναι η διεθνοποίηση του τουρκικού αναθεωρητισμού. Και πλέον όλο και περισσότεροι σύμμαχοί μας αντιλαμβάνονται ότι αυτού του τύπου η αυξανόμενη τουρκική προκλητικότητα πρέπει να αντιμετωπισθεί με δημόσιες δηλώσεις, με στήριξη της Ελλάδας. Έχουμε ενισχύσει πολύ την αμυντική μας θωράκιση, αυτό είναι ορατό στους γείτονές μας. Σε κάθε περίπτωση εμείς πάντα επενδύουμε στο διάλογο, στην ειρηνική επίλυση των διαφορών μας. Είμαστε μια χώρα που απειλείται, δεν απειλεί».

Ερωτηθείς ειδικότερα για τη συνάντηση Σάλιβαν – Καλίν, είπε πως «γίνονται σε πολλά επίπεδα κινήσεις ώστε να υπάρξει μια λιγότερη εστία έντασης στην ευρύτερη περιοχή. Ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία, η διεθνής ενεργειακή κρίση, η αβεβαιότητα γύρω από την οικονομία ήδη προκαλούν πολύ σημαντικά προβλήματα. Το τελευταίο που θα θέλαμε εμείς και οι σύμμαχοί μας είναι μία εστία αβεβαιότητας στη δική μας γειτονιά».

Σε ένα άλλο ερώτημα, αν το Μέγαρο Μαξίμου ανησυχεί μήπως οι υπουργοί κατεβάσουν τα… μολύβια, λόγω προεκλογικής περιόδου, αναγνώρισε πως είναι «αναπόφευκτο», όπως είπε, «όσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές, οι υπουργοί, ειδικά οι αιρετοί, να ασχοληθούν και με την εκλογή τους, αυτό είναι μέσα στο παιχνίδι της πολιτικής. Αυτό δεν σημαίνει ότι σταματάει η παραγωγή του κυβερνητικού έργου, κάθε άλλο. Γίνονται και τα δύο, χωρίς να γίνονται εκπτώσεις ούτε του ενός ούτε του άλλου».

Σε κλίμα …δημοσκοπήσεων, τέλος, αφού θύμισε ότι στις προηγούμενες εκλογές ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δήλωνε 1.000.000% σίγουρος ότι θα νικήσει, ο υπουργός Επικρατείας ανέφερε πως ο Αλέξης Τσίπρας «δεν διαβάζει καλά τις δημοσκοπήσεις», επίσης «δεν έχει αλλάξει σε τίποτε, ούτε έχει καταλάβει γιατί έχασε το 2019».

Επί της ουσίας των μετρήσεων τώρα, «δεν χρειάζεται καμία κυβερνητική θριαμβολογία, τα νούμερα αποτυπώνουν μια εμπιστοσύνη που έχει χτισθεί, την αποτελεσματικότητα και την επάρκεια με τις οποίες διαχειριζόμαστε πρωτοφανείς κρίσεις. Ταυτόχρονα με την αντιμετώπιση των κρίσεων προσπαθούμε να παράγουμε έργο που βελτιώνει τη ζωή των πολιτών, βελτιώνει την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, των επιχειρήσεων, προστατεύει τα εισοδήματα. Διευρύνει τα δικαιώματα ομάδων του πληθυσμού που ήταν “αόρατες” για δεκαετίες ολόκληρες από το κράτος, κάνει πολύ πιο φιλική τη δημόσια διοίκηση, ψηφιοποιεί πολλές υπηρεσίες. Όλα αυτά είναι ορατά, δεν πρέπει να υποτιμούμε τη νοημοσύνη του κόσμου και τη δυνατότητα να συγκρίνει το παρελθόν με το σήμερα».

Εν κατακλείδι, συμπέρανε, «το δίλημμα επομένως είναι αν θα πάμε μπροστά ή αν θα πάμε πίσω -αυτό θα είναι το δίλημμα των επόμενων εκλογών. Θα πρέπει να συγκρίνουμε αν η χώρα από το 2019 και μετά – και παρά τις τεράστιες δυσκολίες παρά και τα όποια λάθη που ο ίδιος ο πρωθυπουργός και όλοι μας παραδεχόμαστε – πηγαίνει μπροστά αυτά τα τελευταία τρία χρόνια ή αν πήγε καλύτερα την περίοδο 2015 -19».

Τελευταίο ερώτημα, η κατάσταση της Ελλάδας ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία του Τύπου κ.ο.κ. Ερώτημα στο οποίο ο Άκης Σκέρτσος απάντησε λέγοντας πως «στα θέματα του Τύπου αρμοδιότεροι όλων είναι οι δημοσιογράφοι. Αν νιώθετε ότι είσθε σε ένα καθεστώς καταπίεσης και ανελευθερίας, πρέπει να το καταγγείλετε. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει τέτοιο ζήτημα στην Ελλάδα, κανένας νοήμων πολίτης δεν μπορεί να το υποστηρίξει αυτό. Αντιθέτως καταβάλλεται μια λυσσώδης δυστυχώς, προσπάθεια από την αντιπολίτευση να διεθνοποιήσει ένα ανύπαρκτο πρόβλημα και να εκθέσει τη χώρα. Αυτό είναι ανεύθυνο και αντιπατριωτικό». Κλείνοντας ο υπουργός Επικρατείας κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι «εργαλειοποιεί έρευνες που είναι και μεθοδολογικά ανυπόστατες, όπως εκείνη που έφερνε χώρες με δικτατορία να έχουν υψηλότερο βαθμό δημοκρατίας από μια χώρα της ΕΕ, όπως η Ελλάδα».

You may also like

ΑΛΛΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ: ΣΚΕΡΤΣΟΣ