0

Η πολιτική ζωή του τόπου κινείται πάνω στις ράγες των υποκλοπών. Αξεδιάλυτη εν πολλοίς υπόθεση, ζοφερή αλλά και πολλαπλώς ακατανόητη, μπερδεμένη και πολύπλοκη, λειτουργεί εδώ και μήνες σαν ενοχλητικό χαλίκι στο παπούτσι της κυβέρνησης και σαν βούτυρο στο ψωμί της αντιπολίτευσης.

Αν και τον πρώτο καιρό που «έσκασε» φάνηκε ότι ως πολιτικό σήριαλ δεν θα έχει διάρκεια, η συνέχεια της δείχνει μια αξιοπρόσεκτη αντοχή, ικανή να δημιουργήσει εμφανές και μετρήσιμο πολιτικό αποτέλεσμα. Ήδη διαμορφώνει σε σημαντικό βαθμό την ατζέντα στον δημόσιο πολιτικό διάλογο, στην Βουλή, στην τηλεόραση, στις εφημερίδες και στα social media.

Δεν πρόκειται για ευχάριστη υπόθεση, κανένας δεν θέλει να ζει σε μια χώρα στην οποία παρακολουθούνται οι επικοινωνίες του (τηλεφωνικές και ηλεκτρονικές) ή που υπάρχουν υπόνοιες παρακολούθησης του, καθότι τέτοια πράγματα σπάνια αποδεικνύονται κατά 100%. Βεβαίως, στο πολύπλοκο και τεχνολογικά υπερεξελιγμένο παγκόσμιο χωριό μας, υπάρχει πάνδημη η βεβαιότητα ότι η παρακολούθηση ενός κινητού ή ενός υπολογιστή είναι μάλλον εύκολη ιστορία. Όποιος μπει στο στόχαστρο τέτοιων επαγγελματικών κυκλωμάτων είναι δύσκολο να την γλυτώσει, το ξέρουν καλά όσοι δέχτηκαν ηλεκτρονικές επιθέσεις στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους από την Ταϊβάν ή την Νιγηρία. Το ξέρουν επίσης επικεφαλής  κραταιών οργανισμών με προηγμένα συστήματα ηλεκτρονικής ασφαλείας, που δέχτηκαν ανελέητες και αποτελεσματικές επιθέσεις χάκερς.

Aυξάνει τις ευθύνες

Αυτό φυσικά, δεν απαλλάσσει καμία πολιτική ηγεσία από την ευθύνη διαφύλαξης των ασφάλειας των επικοινωνιών των πολιτών της. Αντιθέτως, αυξάνει τις ευθύνες όλων των υπευθύνων και επιτάσσει εγρήγορση και βούληση στην αντίδραση τους απέναντι σε τέτοια κυκλώματα. Αν μια χώρα αδυνατεί να διαφυλάξει την ασφάλεια των τηλεφώνων του υπουργού εξωτερικών, των πολιτικών αρχηγών ή του αρχηγού ΓΕΕΘΑ, τι προοπτικές επιβίωσης έχει η χώρα αυτή; Οι τεχνολογικοί κολοσσοί και οι ηλεκτρονικά επιθετικοί εχθροί γύρω της θα την καταπιούν.

Στην σημερινή Ελλάδα βέβαια, το θέμα των υποκλοπών έχει μετεξελιχθεί σε αντιπαράθεση άλλου είδους. Η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό προσωπικά ότι είχαν στήσει συνειδητά και για πολιτικούς λόγους  τέτοια κυκλώματα παρακολούθησης. Η κυβέρνηση αντιδρά λυσσαλέα, έχοντας αναγνωρίσει μόνο δυο-τρεις νόμιμες επισυνδέσεις από την ΕΥΠ, για τις οποίες αρνείται να δώσει περαιτέρω πληροφορίες επικαλούμενη λόγους εθνικού συμφέροντος. Θέση πολιτικά αδύναμη, αλλά που στηρίζεται σ’ ένα υπαρκτό νομικό πλαίσιο. Σε πολλούς δεν αρέσουν εκ των υστέρων οι νόμοι μας, έστω κι αν όταν θεσπίστηκαν τους ψήφισαν, τρανταχτό παράδειγμα το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη όταν ψήφιζε την μη-ενημέρωση όσων παρακολουθούνται ή του ΣΥΡΙΖΑ όταν μείωνε τους υπογράφοντες εισαγγελείς από δύο σε έναν.

Ήταν η αρχή…

Η ιστορία Ανδρουλάκη όμως αποδείχθηκε μόνο η αρχή. Από μια παραδεδεγμένη παρακολούθηση, εξακοντιστήκαμε σε μιαν ομιχλώδη ιστορία μαζικών παρακολουθήσεων που κανένας δεν μπορεί ή δεν θέλει να αποδείξει. Κατάλογοι παρακολουθούμενων με τρανταχτά ονόματα δημοσιεύονται στο Documento κάθε Σαββατοκύριακο, δίχως όμως να παρέχεται η παραμικρή απόδειξη ότι πρόκειται για αληθινά γεγονότα. Ο Κώστας Βαξεβάνης επιμένει ότι διαθέτει στοιχεία, των οποίων όμως διαρκώς αναβάλλει την εμφάνιση, είτε στην εφημερίδα του είτε στις ανακριτικές αρχές. Μετά τον πρώτο κατάλογο που προκάλεσε μέγιστη έκπληξη και εύλογες απορίες, ήρθε και δεύτερος, επίσης αναπόδεικτος με επίσης διάσημα ονόματα, πλην αυτή καθυστέρηση αρχίζει να γέρνει προς την άλλη πλευρά. Μήπως πράγματι ο Βαξεβάνης είναι ένας συκοφάντης, ένας κατασκευαστής ψεύτικων καταλόγων, δίχως να έχει τίποτα χειροπιαστό στην διάθεση του;

Πολιτική σύγκρουση κορυφής

Πάνω σ’ αυτή την βάση, έχει παγιωθεί τώρα μια τρομερή πολιτική σύγκρουση κορυφής. Ο Μητσοτάκης μιλάει για βούρκο που εκπορεύεται από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο Τσίπρας μιλάει για ζόφο που εκπορεύεται από την κυβέρνηση. Το πολιτικό κλίμα γίνεται όλο και πιο τοξικό όσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές, κάτι αναμενόμενο μεν αλλά για πιο διαφανή και κατανοητά θέματα. Για τα εθνικά ζητήματα ας πούμε ή για την οικονομία και την κοινωνική πολιτική. Ενώ τώρα, όλη η τοξική αντιπαράθεση εδράζεται πάνω σ’ ένα ζήτημα που δεν ξέρουμε καν αν υπάρχει. Θα είμαστε σίγουροι μόνο όταν (και αν) παρουσιαστούν στοιχεία ή (έστω) αξιοπρόσεκτες ενδείξεις. Το να σκιαμαχούμε με τρομερούς χαρακτηρισμούς και δηλητηριώδεις κατηγορίες πάνω σ’ ένα (επί του παρόντος) αόρατο ζήτημα, δεν είναι και το καλύτερο που θα μπορούσε να μας συμβεί.

Που ελπίζει η κυβέρνηση

Έτσι όπως έχει εξελιχθεί η υπόθεση, η κυβέρνηση ελπίζει σε δύο πράγματα. Πρώτον, να φανεί ότι δεν υπάρχουν χειροπιαστά στοιχεία παρακολουθήσεων στα χέρια των κατηγόρων της. Αν και στο θέμα του predator η κυβέρνηση έχει μια μάλλον φοβική και αυτοενοχοποιητική στάση καθώς λέει διαρκώς ότι ενδέχεται να υπάρχουν στην ελεύθερη ελληνική αγορά τέτοια κακόβουλα λογισμικά, έχει χαράξει μια πολύ πιο στενή γραμμή άμυνας. Επιμένει ότι η ΕΥΠ ούτε αγόρασε, ούτε μίσθωσε, ούτε χρησιμοποίησε ποτέ τέτοια λογισμικά. Επίσης, διαρρηγνύει τα ιμάτια της ότι ο πρωθυπουργός δεν είχε ποτέ ιδέα για τέτοιες δουλειές. Το δεύτερο που ελπίζει η κυβέρνηση είναι, ακόμα κι αν υπάρξουν ενδείξεις, η υπόθεση να εξατμιστεί ξανά ως προς το δημόσιο ενδιαφέρον, όπως έγινε την πρώτη φορά με την παρακολούθηση Ανδρουλάκη.

Τι κάνει η αντιπολίτευση

Η αντιπολίτευση προφανώς ελπίζει και παλεύει για τα αντίθετα. Προσπαθεί να κρατήσει το θέμα των παρακολουθήσεων ψηλά, ει δυνατόν στην κορυφή του δημοσίου ενδιαφέροντος ως καίριο ζήτημα δημοκρατίας. Αν η ελληνική κοινή γνώμη πεισθεί ότι η δημοκρατία μας κινδυνεύει, τότε όλα τα υπόλοιπα θέματα χάνουν την αυτονομία τους και γίνονται παρακολούθημα του βασικού διλήμματος «θέλεις να ζεις σε μια δημοκρατία ή σ’ ένα αυταρχικό καθεστώς;». Αυτό ακριβώς παλεύει ο ΣΥΡΙΖΑ, βάζοντας μάλιστα στο κάδρο προσωπικά τον πρωθυπουργό και το επιτελικό του κράτος. Στην πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να πείσει ότι η χώρα κυβερνάται από μια επικίνδυνη οικογενειακή συμμορία. Οπότε κάθε άλλο κυβερνητικό επίτευγμα (οικονομικό, εθνικό ή μεταρρυθμιστικό), αλλά και η επιδίωξη της κυβερνησιμότητας του τόπου είναι θέματα δευτερεύοντα και ανούσια. Η υπεράσπιση της δημοκρατίας προηγείται de facto.

Το… πολιτικό αίνιγμα

Το έτερο και μικρότερο κομμάτι της αντιπολίτευσης, το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη που ξεκίνησε το θέμα των παρακολουθήσεων, αποτελεί ένα πολιτικό αίνιγμα. Ξεκίνησε από ψηλά πριν από έναν χρόνο, έπεσε η επιρροή του στην συνέχεια, τώρα με το ζήτημα των παρακολουθήσεων δείχνει να παγιώνεται δημοσκοπικά σ’ ένα ποσοστό κάπου στο 10-12%, ποσοστό που κανείς δεν ξέρει τι κρύβει πίσω του. Ούτε για κατάρρευση πρόκειται ούτε για εξακόντιση προς τα πάνω. Στην πραγματικότητα, κανένας στην Χαριλάου Τρικούπη δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν η διαρκής πρόταξη της ιστορίας των παρακολουθήσεων τους βγαίνει σε καλό ή σε κακό. Το μόνο βέβαιο είναι ότι έχουν παραδώσει την πρωτοκαθεδρία αυτής της αντιπολιτευτικής κατεύθυνσης στον Αλέξη Τσίπρα. Το επόμενο βέβαιο είναι ότι έχουν ψαλιδιστεί ουσιαστικά οι πιθανότητες μελλοντικής κυβερνητικής σύμπραξης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Αυτό όμως εγκυμονεί τον κίνδυνο να πεισθεί το εκλογικό σώμα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ αποτελούν ένα πολιτικό σώμα, κάτι που υπογείως προωθεί η Κουμουνδούρου με μέγιστη ζέση.

Σκοτεινή ιστορία 

Κανένας δεν ξέρει πως θα εξελιχθεί όλη αυτή η σκοτεινή ιστορία. Με την αντιπολίτευση να κατηγορεί την κυβέρνηση για παρακράτος και την κυβέρνηση να κατηγορεί την αντιπολίτευση για το στήσιμο μιας ακόμα αναπόδεικτης σκευωρίας τύπου Novartis, όλα είναι ανοικτά. Αν στην προεκλογική περίοδο κυριαρχήσει η οικονομία ή τα εθνικά ζητήματα, τότε ο Μητσοτάκης θα κερδίσει άλλη μια τετραετία παρά το εμπόδιο της απλής αναλογικής. Έτσι δείχνουν τα δημοσκοπικά ευρήματα, ακόμα και τώρα που βρίσκεται στο χειρότερο σημείο της διακυβέρνησης του. Αν αντί για τα πρακτικά προβλήματα κυριαρχήσουν ζητήματα δημοκρατίας, παρακολουθήσεων και άλλων ζοφερών υπόγειων πρακτικών, τότε κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το εγγύς μέλλον. Εκτός ίσως από την βεβαιότητα ότι θα βιώσουμε πόλωση και ακυβερνησία, με ό,τι αυτά συνεπάγονται.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press του Σαββάτου

You may also like

ΑΛΛΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ: Απόψεις