0

Θυμάμαι ένα τηλεοπτικό ρεπορτάζ  κάπου ανάμεσα στο 1999 και το 2000, τότε που μαινόταν ο δεύτερος πόλεμος ανάμεσα στην Ρωσία και τους Τσετσένους αυτονομιστές. Η αγριότητα του πολέμου αυτού ήταν πρωτοφανής και είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον όλης της υφηλίου, κυρίως διότι οι αντάρτες Τσετσένοι είχαν προκαλέσει φοβερά πλήγματα στην πανίσχυρη ρωσική στρατιωτική μηχανή. Αντιστοίχως οι Ρώσοι είχαν επιδοθεί σε τρομερές αγριότητες κατά μάχιμων και αμάχων, προσπαθώντας να ανακτήσουν τον έλεγχο αυτής της άγριας περιοχής.

Όλοι αναρωτιόμασταν πως διάβολο μια χούφτα άτακτοι ήταν δυνατόν να αντιμετωπίζουν με τόση επιτυχία τα ρωσικά τεθωρακισμένα και το βαρύ πυροβολικό τους. Η απορία λύθηκε (στο δικό μου τουλάχιστον μυαλό) όταν είδα μια ανταπόκριση του BBC από το Γκρόζνυ. Μια εξηντάρα ξερακιανή μαυροφορεμένη Τσετσένα, δίχως ίχνος λυγμού στην φωνή της, έλεγε στον Βρετανό ρεπόρτερ: «Έχω τρεις γιους και πολεμάνε και οι τρεις τους Ρώσους. Λυπάμαι που δεν έκανα δώδεκα, να τους στείλω και τους δώδεκα στο μέτωπο.»

Συγκλονιστική δήλωση

Εκείνη η δήλωση μιας μάνας που τότε είδα τυχαία σε κάποιο δελτίο ειδήσεων, με συγκλόνισε. Και δεν παύω να την θυμάμαι κάθε φορά που ακούω τυχάρπαστους Έλληνες υπερπατριώτες, του καφενείου ή της τηλεοπτικής ατάκας, να εξανίστανται για την διαχρονική στάση των ελληνικών κυβερνήσεων και των στρατιωτικών μας ηγεσιών απέναντι στους Τούρκους. Αυτές οι εύκολες κραυγές εθνικής αγανάκτησης την ώρα του καφέ και του κουλουριού, αυτοί οι ανέξοδοι ηρωισμοί του καναπέ και της ταβέρνας, βοούν στ’ αυτιά μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου.

Εθνικοπατριωτικές κραυγές

Ειδικά αυτό τον καιρό που ο Ερντογάν έχει κόψει καπίστρι, οι εθνικοπατριωτικές αυτές κραυγές φτάνουν καθημερινά ως τα ουράνια. Όχι από όλους, για να είμαστε εξηγημένοι, ούτε από πάρα πολλούς. Όμως αυτοί οι λίγοι που είτε κάνουν καριέρα ως πολεμοχαρείς πατριώτες είτε η αφέλεια τους ξεπερνά κάθε λογικό όριο, διαθέτουν πολύ ισχυρή φωνή και διαύλους μαζικής επικοινωνίας. Ποιο κανάλι, εξάλλου, προσκαλεί έναν νουνεχή και σοβαρό άνθρωπο, που πριν μιλήσει για τόσο σοβαρά και επικίνδυνα θέματα βυθίζει την γλώσσα του μέσα στο μυαλό του; Κανένα. Τα «Αέρα!» πουλάνε, όχι τα «προσέξτε».

Πόλεμος και… καφενεία

Επειδή όμως ο πόλεμος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την εμπιστευτούμε στους στρατηγούς (όπως είχε πει ο Κλεμανσό), είναι εξ’ ίσου σοβαρή για να την εμπιστευτούμε στα καφενεία και στα τηλεοπτικά στρογγυλά τραπέζια. Όλοι αυτοί που με μέγιστη άνεση και ευκολία κραυγάζουν καθημερινά «γιατί δεν βυθίζουμε τα καράβια τους;», «γιατί δεν ρίχνουμε τα αεροπλάνα τους;», «γιατί δεν απαντάμε στον Ερντογάν στους ίδιους πολεμικούς τόνους;», είναι είτε βαλτοί, είτε ανόητοι. Και σίγουρα δεν έχουν ιδέα τι σημαίνει πόλεμος. Άρα δεν έχουν ιδέα και πως κερδίζεται.

   Οι μανάδες…

Οι πόλεμοι δεν κερδίζονται ούτε από την πληθώρα και την τελειότητα των οπλικών συστημάτων, ούτε από τους φαντάρους, ούτε από τους στρατηγούς, ούτε από τους υπουργούς άμυνας. Μ’ αυτά ξεκινάνε οι πόλεμοι, αλλά στο τέλος της ημέρας οι πόλεμοι κερδίζονται από τις μανάδες. Η επισήμανση μου μοιάζει περισσότερο λογοτεχνικό σχήμα λόγου παρά ρεαλιστική προσέγγιση της πραγματικότητας, αν όμως το απογυμνώσουμε από τα συγκινησιακά στοιχεία θα καταλάβουμε ότι επαναλαμβάνει μια απλή συνταγή όλων των πολεμικών εγχειριδίων. Οι πόλεμοι κερδίζονται απ’ τα μετόπισθεν. Από τις εφεδρείες και τα ψυχικά αποθέματα των λαών που υπάρχουν πίσω απ’ τα στρατεύματα.

Υπάρχει σημερινή Ελληνίδα μάνα που θα πει αυτό που εκστόμισε η Τσετσένα του προλόγου; Όχι δεν υπάρχει. Δεν την μέμφομαι, δεν την κατακρίνω, απλώς περιγράφω την κατάσταση που υπάρχει στην χώρα μου, μέρος της οποίας είμαι και εγώ. Διότι όταν κάποιος υψώνει ηρωικά την φωνή του και κραυγάζει «κάντε πόλεμο τώρα, αλλιώς είστε υποχωρητικοί και φοβητσιάρηδες», πρέπει να έχει επίγνωση ότι αυτή η έξαρση σέρνει πίσω της και ρίσκο και κόστος. Για όλους μας, άρα και γι αυτόν που το εκστομίζει με μέγιστη ευκολία.

Και ένας γιος, προσφορά…

Όταν ξεκινάς εύκολα και αβασάνιστα ένα βαρύ θερμό επεισόδιο που ενδέχεται να καταλήξει σε πόλεμο, πρέπει να έχεις έτοιμο κι έναν γιο να προσφέρεις. Να πολεμήσει, να σκοτωθεί, να τραυματιστεί, να ακρωτηριαστεί, να κακοπεράσει. Τις εθνικές μάχες δεν τις δίνουν επαγγελματίες επειδή παίρνουν μισθό. Τις μάχες τις δίνουν τα κανονικά παιδιά κάθε απλής οικογένειας, δεν τις δίνουν τα λεφτά που βγαίνουν απ’ τους προϋπολογισμούς. Οι πόλεμοι κερδίζονται (αν κερδίζονται) με αίμα και πόνο στα πεδία των μαχών, όχι με χρήμα εκ του μακρόθεν. Σκληρά λόγια είναι αυτά, αλλά μερικές φορές είναι καλύτερα να γράφεται και να λέγεται η γυμνή αλήθεια από το να πετάμε σε σύννεφα ανέξοδης εθνικής περηφάνιας και αντίστοιχων απαιτήσεων.

Το κόστος του πολέμου

Πόλεμος επίσης σημαίνει κόστος, τερατώδες κόστος. Σημαίνει ότι η γενιά που θα βρεθεί στην δίνη του, θα πάει πίσω μια δεκαετία ή και εικοσαετία. Όλοι αυτοί που κραυγάζουν, εκτός από το να δώσουν τους γιους τους, τους ανιψιούς τους, τους εγγονούς τους, είναι διατεθειμένοι και να πληρώσουν; Ή μήπως απαιτούν νίκη και εθνική περηφάνια, αλλά με άλλους να πολεμήσουν και να ξοδευτούν; Μήπως απαιτούν και τα επιδόματα και τα fuel pass και τα αναδρομικά των συντάξεων τους και τους τουρίστες να φέρνουν ζεστό χρήμα στην τσέπη τους, αλλά και την γαλανόλευκη να κυματίσει στην Πόλη;

Και κείνοι οι Έλληνες γονείς (πατέρας και μάνα, δεν εξαιρώ κανέναν) που μισό χρόνο πριν παρουσιαστεί ο γιός τους φαντάρος για μια θητεία εννιά μηνών, ψάχνουν απεγνωσμένα τα «μέσα» στο ΓΕΕΘΑ για να του εξασφαλίσουν παραμονή δίπλα στο σπίτι του «διότι το παιδί δεν αντέχει», πόσο έτοιμοι είναι ψυχολογικά να αντέξουν την αγριότητα ενός σύγχρονου καταστροφικού πολέμου; Δεν λέω ότι έχουν άδικο ως προς τις ανησυχίες τους για τον γόνο τους και για το επίπεδο της ζωής τους, απλώς λέω ότι η επίδειξη υπερβάλλοντος πατριωτισμού πρέπει να συμβαδίζει και με το υπόλοιπο status της ζωής τους.

Η Ελλάδα έχει κόκκινες εθνικές γραμμές

Παρακαλώ να μην παρεξηγηθώ. Η Ελλάδα έχει κόκκινες εθνικές γραμμές, η παραβίαση των οποίων θα μας οδηγήσει σε αντίδραση με κάθε μέσον που διαθέτουμε. Και ευτυχώς, σήμερα διαθέτουμε αρκετά μέσα ώστε να αισθανόμαστε επαρκείς και σίγουροι. Απλώς είναι ευτύχημα που η εξωτερική και αμυντική μας πολιτική βρίσκεται στα χέρια επαγγελματιών που έχουν επίγνωση της κατάστασης και όχι του κάθε καφενόβιου που σφάζει πέντε Τούρκους για πρωινό κι άλλους τόσους για βραδινό. Και ξέρω επίσης πως όταν θα έρθει (αν έρθει) η ώρα για έναν έντιμο εθνικό αγώνα, θα είναι ο απλός Έλληνας και η απλή Ελληνίδα που θα προσφέρουν αδιαμαρτύρητα και τον γιο τους και το υστέρημα τους.

Έχω δε την έντονη υποψία, ότι ακριβώς τότε που θα έρθει (αν έρθει)  η πραγματικά κρίσιμη στιγμή, οι σημερινοί Ελληνάρες υπερπατριώτες θα λουφάξουν στα μετόπισθεν, έτοιμοι να κάνουν εκ του ασφαλούς την βιτριολική κριτική τους σε κείνους που παλέψουν και θα πληρώσουν. Κάποιοι θα πουν ότι ενδέχεται να τους αδικώ, αλλά η ιστορία άλλα μας διδάσκει. Κι εμείς οι Έλληνες είμαστε αριστοτέχνες στην επανάληψη της.

You may also like

ΑΛΛΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ: Απόψεις